Monday, 13 December 2010

Fall off a shelf, succeed and fall again.

Το χώμα γίνεται πηλός, ο πηλός ψήνεται, ο ψημένος πηλός μπαίνει στο ράφι, ο ψημένος πηλός πέφτει απ' το ράφι, ο ψημένος πηλός γίνεται χώμα, πάλι απ' την αρχή.

Saturday, 6 November 2010

ü



όταν μεγαλώσω θα συνεχίσω να θέλω να γίνω μπλίξα.

Tuesday, 14 September 2010

zzzzzzzzzzzzzzz

Πάει καιρός από την τελευταία φορά που ήμουν σίγουρος πως ήμουν ξύπνιος.
Κι όταν ξυπνάω το πρωί ποτέ δεν είμαι σίγουρος αν κοιμάμαι ακόμα.

Μα φοβάμαι πως αν ξυπνήσω
δε θα υπάρχουν πια αστέρια το βράδυ
και δε θα βρέχει ποτέ
και τα πεζοδρόμια θα είναι πράσινα
και τα κέικ θα μυρίζουν χώμα
και το χώμα δε θα μυρίζει πια
κι οι γάτες θα ζουν στους υπονόμους και θα τρώνε μπαμπάκι
κι ο απέναντι θα σβήσει το γαλάζιο πορτατίφ
(πορτατίφ!)
και τα ροδάκινα θα σαπίζουν πιο εύκολα
και το όσλο θα βρίσκεται στο πακιστάν
κι όλοι όσοι αγαπώ θα έχουν πλοκάμια
και θα ψάχνουν όλη μέρα καραμέλες στο χρυσό οδηγό
κι οι λεύκες θα στάζουν σιρόπι
κι όταν βγαίνω στο δρόμο το πρωί
τα ποντίκια δε θα με ακολουθούν τραγουδώντας

κι έτσι λέω να μείνω εδώ.

Sunday, 29 August 2010

είναι όλα αλήθεια

Συμβαίνει συχνά, εκεί που κάνω τη βόλτα μου, να ξεστρατίζει άξαφνα απ' το απέναντι πεζοδρόμιο μια ξεθωριασμένη κυρία ή ένας μαραμένος κύριος, να διασχίζει την άσφαλτο και, διστακτικά, να στέκεται μπροστά μου ισορροπώντας στο ένα πόδι και με τα χέρια αγκαλιασμένα και να με ρωτά: "συγγνώμη, κύριε, ξέρετε πού είναι η οδός έτσι; η πλατεία αλλιώς; η λεωφόρος κάπως;". Κι εγώ τότε κοιτάω στοργικά τον κύριο ή την κυρία από πάνω μέχρι κάτω, χαμογελάω δείχνοντας ότι καταλαβαίνω και λέω με σταθερή φωνή: "με συγχωρείτε, δεν έχω ιδέα, βλέπετε δεν είμαι από ΄δω".

Tuesday, 24 August 2010

Friday, 20 August 2010

ανταρσία

(παρτ ουάν: http://yponomos.blogspot.com/2010/04/blog-post.html)

Κοιτάχτε, εγώ βασικώς μυγάκι είμαι κι όποιος έχει πρόβλημα να φύγει τώρα, αρκετοί βλαμμένοι μας τυχαίνουν τελευταίως. Κι αν τα γράφω αυτά είναι γιατί δε γίνεται ο καθένας να γράφει ό,τι θέλει ή, τέλος πάντων, ας γράφει, μα θα πω κι εγώ.

Διότι κάθεσαι, κύριος, στην άκρη μιας μπανιέρας (μάλιστα, μπανιέρας, τι είμαι, κάνας αμόρφωτος να βλέπει μπανιέρες και να μην ξέρει τι είναι; έχω δει εγώ μπανιέρες που θα ντρεπόσουν ν' ακουμπήσεις), μπανιέρας, που λες, και σου 'ρχεται ο άλλος κι αρχίζει και σε κοιτάει περίεργα, σου ρίχνει εκεί και κάτι μισοάγρια μισόλογα, Τι κοιτάς και τέτοια, Σόρι κύριος, πού θέλετε να κοιτάω, τα πλακάκια απ' την άλλη δεν είναι και καμιά τζοκόντα να στηνόμαστε στη σειρά να τα τραβάμε φώτος. Κι ύστερα εδώ είναι και δικό μας σπίτι, δε φτάνει που γυρνάει αυτός κάθε πρωί παραπατώντας και βουτάει όπως είναι στο μπάνιο και βρωμίζει ο τόπος κι έχεις δει εσύ μυγάκι να μπορεί να κρατήσει την αναπνοή του;, εκεί καθόμαστε και ξεφυσάμε μέχρι να μας κάνει τη χάρη να τελειώσει τα μπανιαρίσματα και στα τσακίδια.

Κι όταν τα κάνει στα γρήγορα σαν καλό παιδί κάτι γίνεται, μα για τα κέφια έχουμε ολόκληρο ρεπερτόριο με διασκεδάσεις, μια να κλαίει, μια να σφίγγει με τα δάχτυλα το λαιμό λες και δεν μπορεί να πάρει ανάσα, εκεί είναι ο αέρας ρε άχρηστε, δεν πήγε πουθενά, την όρεξή σου είχε, μια να κόβει τις φλέβες του, κι αν είχαν όλοι τόσο ταλέντο στο θάνατο η φάρα του τώρα θα πλησίαζε τα πέντε τρις. Και δώστου να κοιτά τις δυο σταγόνες αίμα που στο νερό φαίνονται ίσα με πέντε και να γουρλώνει τα μάτια και να κλαίει κι εμείς που στην αρχή μια κατανόηση την είχαμε την έχουμε χάσει εδώ και καιρό.

Κι έρχεται τις προάλλες, σταθερά ασταθής, ρίχνει κάτι άγριες ματιές στο παρεάκι κι αράζει στην μπανιέρα και σκέφτομαι κι εγώ Τουλάχιστον ας ρίξουμε καμιά βουτιά κι αρχίζω κάτι ακροβατικά, τι να σας λέω, έπρεπε να είστε εκεί να βλέπατε, αλλά ποιος ξέρει με τι μαλακίες ασχολιόσασταν κι εσείς, εγώ πάντως τέρμα βουτιές και πάνω κάτω και στροφές στον αέρα κι εκεί που είμαι τύπου φιλήστε μου τ' αρχίδια, άι αμ δε κινγκ οφ δε γουόρλντ, πατάει κάτι φωνές το ρετάλι, Μην το κάνεις, Σκέψου το, Η ζωή έτσι, Η ζωή αλλιώς, Πέτα, πέτα ελεύθερο! κι άντε να του εξηγήσεις του προβληματικού ότι εσύ μια χαρά πετούσες, μάγκας, κι ούτε που το κατάλαβες πώς βρέθηκες στη φιλοσοφική βραδιάτικο.

Κι αφού τελειώνει τα περίεργα πιάνω γω πάλι τη διασκέδαση και μόλις με βλέπει μου ρίχνει μια με το χέρι και λέω Τι θες ρε να τις βγάλουμε να τις μετρήσουμε κι όλο να βουτάω γω και να με σπρώχνει ο γελοίος και τελικά γεμίζει την μπανιέρα και λέει "άντε γεια!" και ρίχνει μακροβούτι τίμιο, χρόνο δεν κράτησα, μα μισό λεπτό θα ήταν το λιγότερο κι ύστερα βγαίνει, σκουπίζεται, παρφουμαρίζεται κι αρχίζει να γράφει, θα ρθω να σου χέσω το χαρτί πατόκορφα μόλις ξεραθείς, μαλάκα, ε μαλάκα.

Tuesday, 20 April 2010

ντουσάκι

Ήταν περίεργες μέρες εκείνες. Κάθε ξημέρωμα γύριζα σπίτι μεθυσμένος, πλενόμουν, έπεφτα μ' ένα γδούπο στο κρεβάτι και μόλις ξύπναγα ντυνόμουν όσο πιο γρήγορα μπορούσα κι έφευγα πάλι. Το σπίτι μ' έπνιγε. Στην πραγματικότητα δεν ήταν το σπίτι, ήταν εκείνος ο κόμπος στο λαιμό, ο κόμπος που μ' έπνιγε ακόμα και στον ύπνο μου. Μόνο που όταν έμπαινα στο σπίτι ο κόμπος μεγάλωνε, γέμιζε το λαιμό μου, δε μ' άφηνε ν' αναπνεύσω, τον ένιωθα να μου πιέζει τις φλέβες, να τις σφίγγει ανάμεσα στα δάχτυλά του και στην άλλη άκρη η καρδιά μου να τις τραβάει διψασμένη κι αυτές να τρίζουν.

Κάθε φορά που γύριζα σπίτι έμπαινα στην μπανιέρα παραπατώντας, καθόμουν οκλαδόν κι έχωνα τη μούρη μου κάτω απ' το νερό. Καμιά φορά καθόμουν ώρα κοιτάζοντας τον τοίχο ή άλλες φορές μ' έπαιρνε ο ύπνος κι έβλεπα κάτι όνειρα βαρετά. Και λίγες φορές έκλαιγα, αλλά νομίζω πως το έκανα μόνο για να δω πώς χάνονται τα δάκρυα μέσα στο νερό. Κι αν το έκανα για κάτι άλλο, δε θυμάμαι. Και μια φορά, μόνο μια φορά, θυμάμαι πως έτρεχε ένα ρυάκι αίμα, μικρό, όχι τίποτα σπουδαίο, και στροβιλιζόταν πριν βουτήξει στην αποχέτευση.

Μα μια Δευτέρα, ας πούμε πως ήταν Δευτέρα, ας πούμε και πως απ' την Πέμπτη έπινα, μια Δευτέρα, εκεί που χάιδευα τη γραμμή ανάμεσα στα πλακάκια με το δάχτυλο, παρατήρησα στην άκρη της μπανιέρας μια σειρά από μυγάκια που με κοίταζαν. Και δε θα μου έκανε εντύπωση, μόνο που με κοιτούσαν αυθάδικα, στύλωναν το βλέμμα πάνω μου, έβλεπαν πως ένιωθα αμήχανα, μα δε σταματούσαν. Μουρμούρισα "εσείς να κοιτάτε τη δουλειά σας" κι έστρεψα το βλέμμα αλλού, έπιασα το ντους κι είπα να τελειώνω γρήγορα και να τρέξω προσεκτικά μέχρι το κρεβάτι μου, μα με την άκρη του ματιού μου είδα ένα απ' τα μυγάκια, το πιο μικρό και το πιο μαύρο, ν' απογειώνεται και να βουτάει στα νερά. Τρόμαξα, τότε, και φώναξα "μη!" κι απότομα σκέφτηκα το μυγάκι που είχε ψυχή και που δεν ήξερε από κίνδυνο, που κανείς δεν του μίλησε για τον κίνδυνο, κανείς δεν του είπε πως όλοι μόνο μια ευκαιρία έχουμε εδώ και γι' αυτό δε βουτάμε σα χαζοί όπου μας έρθει.

Κι έπιασα να του μιλάω, να του μάθω όσα δεν ξέρει, και του μίλησα για τον κόσμο, του μίλησα για τον πόνο και για τον δικό μου πόνο, του είπα πως είναι τυχερό γιατί τα πράγματα γι' αυτό είναι απλά, δεν έχει παρά να πετάει δεξιά κι αριστερά και να απολαμβάνει τη ζωή. Βέβαια, του είπα, αυτά δυστυχώς για εμάς τους ανθρώπους δεν ισχύουν, εμείς έχουμε τα δικά μας και μάλιστα εγώ συγκεκριμένα έχω ακόμα περισσότερα, τόσα που δεν μπορεί να φανταστεί κι έτσι ας απολαύσει αυτό τη ζωή κι εμείς βλέπουμε.

Και το είδα που με κοίταζε μ' ένα ύφος περίεργο κι όταν σταμάτησα να μιλάω βούτηξε πάλι, εγώ το έσπρωξα με το χέρι, μα αυτό επέμενε και τότε κατάλαβα πως δεν ήταν άγνοια αυτό, ήταν απελπισία, είχε κι αυτό τόσα που δεν μπορούσα να φανταστώ κι αν ένα μυγάκι, ένα μυγάκι που δε χρειάζεται πολλά, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένο, τότε τι ελπίδες έχω εγώ; κι έτσι γέμισα την μπανιέρα μέχρι πάνω και βούτηξα κι εγώ, γεια σας.

Monday, 29 March 2010

I didn't realise that you wrote poetry

Σήμερα ήθελα να ποστάρω ένα βίντεο σκέτο, αλλά μετά σκέφθηκα πως κάτι τέτοιο θα έδειχνε νωθρότητα κι έτσι παράτησα αμέσως το φαγητό μου κι έγραψα ένα ποίημα και τώρα θα ποστάρω ένα ποίημα ΚΑΙ ένα βιντεάκι.

τι με κοιτάς;
κολυμπώντας στη μέση μιας πύρινης θάλασσας
με τα καφέ σου μάτια
τη σφιχτή σου σάρκα
τις δύσπεπτες προθέσεις σου

τι με κοιτάς;
σ' αγγίζω με το δάχτυλο
και κυλάς, κυλάς μέχρι την άκρη
μα ξέρεις πως αυτό είναι το τέλος
δίχως καμπάνες, οδυρμούς και άσματα

τι με κοιτάς;
εγώ θα σε θυμάμαι
αν κι ο καιρός μας φέρεται σκληρά
θα σε θυμάμαι, τρυφερό και νόστιμο
εγώ θα σ' αγαπώ.

τι με κοιτάς;
ώρα να χωριστούμε
αντίο, μικρό μου γιουβαρλάκι
(με ντομάτα)

Thursday, 18 March 2010

εκδρομούλα

Αίμα.

Ένα παγκάκι. Ένα παγκάκι σ' ένα σταθμό. Ένα παγκάκι σ' ένα σταθμό στη Λίμα. Ένα παγκάκι σ' ένα σταθμό στη Λίμα και τυλίγω τα χέρια γύρω απ' τα πόδια μου γιατί κρυώνω. Εκείνος στη γωνία μου θυμίζει Εκείνον. Κι εκείνος ο κοντός στη μέση μου θυμίζει Εκείνον. Η μαυριδερή ταμίας δε μου θυμίζει Εκείνον, δε μου θυμίζει κανέναν, αλλά τι να το κάνεις τώρα που τον έχω ήδη θυμηθεί; Πάνε 25 χρόνια και τον θυμάμαι ακόμα κάθε μέρα. Τον θυμάμαι κάθε μέρα κι ακόμα δεν ξέρω τι πήγε στραβά. Ή πάνε έξι μήνες; Πάνε έξι μήνες κι ακόμα τον θυμάμαι κάθε μέρα.

Αγριοκοιτάζω εκείνον που μου θυμίζει Εκείνον, αγριοκοιτάζω τον κοντό που μου θυμίζει Εκείνον (εκείνον Εκείνον ή άλλον Εκείνον;), αγριοκοιτάζω την ταμία που δε μου θυμίζει τίποτα κι αυτή έρχεται κοντά μου και μου αρπάζει το χέρι και μου λέει "κι εμάς μας λείπει, σε όλους μας λείπει" κι εγώ τραβώ ξαφνιασμένος το χέρι μου και την κοιτάζω κι αυτή μου δείχνει τρέμοντας το χαλασμένο μηχάνημα με σοκολάτες στη γωνία και βουρκώνει. 25 σοκολάτες. Πάνε 25 σοκολάτες κι ακόμα το θυμάται κάθε μέρα.

Σκουπίζω το χέρι μου στο παντελόνι. Κοκκινο. Εκείνος που μου θυμίζει Εκείνον έρχεται κοντά κι αρπάζει το χέρι μου και το βάζει στο στόμα και δε μου λέει τίποτα, μόνο μου λέει με τα μάτια "μην πάει χαμένο".

Τα κουνούπια στη Λα Πας έχουν το μέγεθος κουταβιού. Έχει να κάνει με το υψόμετρο, λέει. Οι τοίχοι έχουν γεμίσει τεράστια κόκκινα λουλούδια. Κι εκείνη τη φορά, την τελευταία φορά, εκείνος μου φώναζε να τον βοηθήσω γιατί δε μιλά Ισπανικά και το κουνούπι φώναζε στα Ισπανικά, γάβγιζε, το κουνούπι γάβγιζε στα Ισπανικά κι όταν έκλεισα την πόρτα τα χέρια μου είχαν γεμίσει κόκκινα λουλούδια κι όλα ησύχασαν.

Στη Λα Πας δεν έχει κουνούπια. Έχει να κάνει με το υψόμετρο, λέει.

Μετράω τις χαρακιές στον καρπό μου: 25. Τραβάω μια ακόμα. Μα έχω ξεχάσει τι σημαίνουν. 26 χρόνια; 26 μέρες; Πάνε 26 λεπτά κι ακόμα τον θυμάμαι κάθε μέρα.

Tuesday, 2 March 2010

Αρμενία - η Μύτη του Κόσμου

(working title: ο εφιάλτης στο δρόμο με τα Λάντα)

Μια φανερά Σοβιετική πρωτεύουσα. Μια φανερά Σοβιετική πλατεία, πρώην Λένιν. Παιδιά τρώνε μαλλί της γριάς. Μεγάλοι παίζουν με πράγματα που φωσφορίζουν. Σιντριβάνια χορεύουν στους ρυθμούς των Guns 'n' Roses. Καλωσήρθατε στην Αρμενία~!

Η Αρμενία είναι ένας παραγνωρισμένος ταξιδιωτικός προορισμός. Χωρίς έξοδο στο θάλασσα, με κλειστά τα σύνορά της με τους δύο από τους τέσσερις γείτονές της (Τουρκία, Αζερμπαϊτζάν), με τον τρίτο απ' τους γείτονες να αποτελεί τον προφανή ταξιδιωτικό προορισμό στον Καύκασο (Γεωργία) και τον τέταρτο να είναι το ΖΟΜΛ Ιράν, δεν είναι δα ότι δεν το περιμέναμε. Παρ' όλα αυτά, η Αρμενία επιφυλάσσει ένα σωρό εκπλήξεις για τον (ψυχοπαθή) ταξιδιώτη.

1. Τα μοναστήρια
Η Αρμενία είναι γεμάτη μοναστήρια. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό, αντιστοιχούν περίπου 2 μοναστήρια σε κάθε κάτοικο. Έτσι, ο ταξιδιώτης μπορεί να επισκεφθεί όσο τραβάει η καρδιά του. Τα μοναστήρια αυτά είναι πολύ διαφορετικά από τα ορθόδοξα μοναστήρια, τα καθολικά μοναστήρια και γενικά τα μοναστήρια απ' το φόρουμ κι έτσι ο ταξιδιώτης τα βρίσκει εντυπωσιακά και, περιέργως, δε βαριέται να τα βλέπει συνέχει μπροστά του, τουλάχιστον για τις πρώτες δεκαπέντε ημέρες. Εάν ο ταξιδιώτης ερωτηθεί στο τέλος του ταξιδιού ποια μοναστήρια επισκέφθηκε, απαντά πως επισκέφθηκε ένα τεράστιο μοναστήρι με πολλές εκκλησίες, βιβλιοθήκες και καμπαναριά. Ήταν πολύ ωραίο. Αν θυμάται καλά, το λένε "Αρμενία".

Μπόνους: η οικοδομή δίπλα σε μοναστήρι του 11ου αιώνα. Με μεσοτοιχία.

Πιξ:

ένα μοναστήρι


άλλο ένα


ένα ακόμα


μοναστήρι μετά κάστρου


εκκλησία από λαμαρίνα


κι άλλο ένα

2. Τα χατσκάρ
Οι Αρμένιοι αγαπούν πολύ τις σκαλισμένες πέτρες. Τις μεγάλες σκαλισμένες πέτρες. Στον ταξιδιώτη φαίνονται όλες ίδιες, αλλά οι ντόπιοι τον διαβεβαιώνουν πως δεν υπάρχουν δυο ίδιες σε ολόκληρη την Αρμενία! Ο ταξιδιώτης λέει "ναι, βεβαίως" και χαμογελά. Οι πέτρες αυτές βρίσκονται παντού, αλλά η μεγαλύτερη συγκέντρωσή τους εντοπίζεται σε νεκροταφεία. Α, τις λένε "χατσκάρ".

Μπόνους: αποτελούν εξαιρετική κρυψώνα για κατούρημα.

Πιξ:



3. Τα βουνά
Η Αρμενία έχει πολλά βουνά, αλλά το βουνό το οποίο αγαπάνε όλοι περισσότερο και για το οποίο είναι όλοι περήφανοι είναι το Αραράτ. Το οποίο βρίσκεται στην Τουρκία. Ο ταξιδιώτης ενημερώνεται σχετικά όταν, μετά την 359487η φορά που ακούσει τη λέξη "Αραράτ" κι αφού έχει μάθει πώς γράφεται το "Αραράτ" στο Αρμένικα κι έχει εμπεδώσει τι γεύση έχει το κονιάκ "Αραράτ", αναρωτηθεί "γιατί το βλέπουμε όλο από μακριά αυτό το Αραράτ;".

Δεύτερη επιλογή το βουνό Αραγκάτς, ιδιαίτερα βολικό για τον Έλληνα ταξιδιώτη, καθώς το όνομά του θυμίζει αρακά κι επομένως απομνημονεύεται εύκολα σε σχέση με όλα τα υπόλοιπο τοπωνύμια της Αρμενίας, που αποτελούνται από εμφανώς τυχαίους συνδυασμούς γραμμάτων. Το βουνό Αραγκάτς έχει τέσσερις κορυφές, όλες γύρω στα 4000 μέτρα, είναι πολύ όμορφο και προσφέρεται για τρέκινγκ, εκτός εάν ο ταξιδιώτης έχει γεννηθεί, μεγαλώσει και περάσει όλη του τη ζωή στο επίπεδο της θάλασσας, οπότε καλό θα ήταν να κάτσει σε πολιτισμένα μέρη και να μην κάνει εξυπνάδες.

Μπόνους: η ανακούφιση του ταξιδιώτη κατά την κατάβαση.

Πιξ:

το Αραράτ


ράντομ ψεύτικο βουνό


το Αραγκάτς


κοντά στην κορυφή τού Αραγκάτς, λίγο πριν ζητήσω τη μαμά μου

4. Τα οροπέδια
Τα οροπέδια εντοπίζονται σε τυχαία σημεία της Αρμενίας. Ο παρατηρητικός ταξιδιώτης έχει την ευκαιρία να δει πολλά από αυτά και να αναφωνήσει "WTF πώς βρέθηκε αυτό το οροπέδιο εδωπάνω;", καθώς αυτά εμφανίζονται μέσα από τα βουνά. Η Επανάσταση φρόντισε να εποικίσει πολλά από αυτά, δημιουργώντας τον αριστουργηματικό συνδυασμό εργατικής πολυκατοικίας και οροπεδίου.

Μπόνους: οι εντυπωσιακοί γκρεμοί, ιδανικοί για τον καταθλιπτικό ταξιδιώτη.

Πιξ:


δεν είμαι σίγουρη ότι είναι από πόλη σε οροπέδιο, αλλά σάμπως θα το καταλάβετε;

5. Το Ερεβάν
Το Ερεβάν είναι μια μεγαλούπολη! Ένα αστικό κέντρο που σφύζει από ζωή! Μια όαση πολιτισμού! Τουλάχιστον για τον ενθουσιώδη ταξιδιώτη, τον οποίο οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν με εκφράσεις τύπου "ναι, αλλά εσείς βρίσκεσθε μόλις μία εβδομάδα εδώ", "ε, δεν είναι και τόσο μεγάλη πόλη, ξέρετε" και "έχει δει πώς είναι το χειμώνα, ρε μαλάκα;". Βασικές ατραξιόν τού Ερεβάν αποτελούν τα σοβιετικά κτίρια παντός τύπου, οι καφετέριες που σερβίρουν αρμένικο καφέ, τα στοιχήματα ποιος θα τολμήσει να ζητήσει τον αρμένικο καφέ ως τούρκικο και κάτι σιντριβάνια που έφτιαξαν κάτι Γάλλοι και τους παίζεις μουσική δυνατά κι αυτά χορεύουν. Ώπα μάνα μου, δώστα όλα απόψε!

Μπόνους: τα Λάντα που εφορμούν ατάκτως απ' όλες τις πλευρές, με εντυπωσιακή για την ηλικία τους ταχύτητα και τα αναμενόμενα για την ηλικία τους φρένα.

Πιξ:


τα καλύτερα σιντριβάνια του κόσμου!!!





διάφορες σοβιετικές ατραξιόν


μουσείο Παρατζάνωφ (\m/)


το παρελθόν παντρεύεται με το μέλλον (και με την αστυνομία)

6. Το Ναγκόρνο Καραμπάχ
Το Ναγκόρνο Καραμπάχ δεν είναι άλλο κράτος. Το Ναγκόρνο Καραμπάχ είναι Αρμενία. Το Ναγκόρνο Καραμπάχ δεν είναι άλλο κράτος. Το Ναγκόρνο Καραμπάχ είναι Αρμενία. Το Ναγκόρνο Καραμπάχ δεν είναι άλλο κράτος. Το Ναγκόρνο Καραμπάχ είναι Αρμενία. Ο απρόσεκτος ταξιδιώτης καλό είναι να εξασκηθεί, καθώς η απάντηση "είμαι 7 μέρες στην Αρμενία και πήγα και 3 στο Ναγκόρνο Καραμπάχ" στην ερώτηση "και πού πήγατε στην Αρμενία;" κρίνεται ως ατυχής. Το ίδιο το όνομα, που σημαίνει "Πάνω Μαυρόκηπος" και αποτελείται από λέξεις από τρεις διαφορετικές γλώσσες, καμία από τις οποίες δεν είναι τα Αρμένικα (στα οποία το μέρος ονομάζεται "Αρτσάχ") φανερώνει τον ασταθή χαρακτήρα της περιοχής.

Στην πραγματικότητα, το Ναγκόρνο Καραμπάχ [δεν είναι άλλο κράτος. Το Ναγκόρνο Καραμπάχ είναι Αρμενία.] ανήκει από πολιτισμική και πρακτική άποψη στην Αρμενία, από τυπική άποψη όμως δεν έχει κανείς ιδέα πού ανήκει, καθώς, μετά από σχετικό πόλεμο, οι διάφορες πλευρές αποφάσισαν απλώς να το αφήσουν να κάθεται εκειπέρα και ψιλοσταρχίδια τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα μισά πράγματα να παραμένουν γκρεμισμένα, καθώς κανείς δε θέλει να ξαναχτίσει σε αμφισβητούμενη περιοχή, πράγμα το οποίο δημιουργεί ένα όμορφο κλίμα, το οποίο θα εκτιμήσει ο καλλιεργημένος ταξιδιώτης, όπως και τις παγίδες για τα ελικόπτερα που είναι κρεμασμένες ανάμεσα στα βουνά. Δεν είναι, πάντως, σίγουρο ότι θα εκτιμήσει εξίσου και τα πυροτεχνήματα, τα οποία μάλλον θα αντιμετωπίσει με δυσπιστία τύπου "γιορτάζουμε ή ξανάρχισε ο πόλεμος;".

Μπόνους: η όλο φυσικότητα απάντηση του ντόπιου στην ερώτηση του φιλοτελιστή ταξιδιώτη "πού είναι το ταχυδρομείο;": "δεν έχουμε ταχυδρομείο, αλλά τι να το κάνεις τώρα με τα e-mail;"


χαρακτηριστική σκηνή δρόμου στο Στεπανακέρτ, όπου οι ντόπιοι ξοδεύουν λεφτά μόνο για ό,τι μπορούν να πάρουν και να φύγουν


καλοσυντηρημένη γέφυρα


η κεντρική πλατεία τού Στεπανακέρτ


μπαζούκας με οδηγίες χρήσης, για ευκολία

7. Οι ντόπιοι
Οι ντόπιοι είναι τρομερά συμπαθητικοί, ξέρουν να εκτιμούν το ωραίο ή, αλλιώς, να κοιτάνε έντονα ό,τι περνάει από μπροστά τους και οι μύτες τους είναι ιδανικές για το μη σλάβο ταξιδιώτη, ο οποίος θα μπορέσει να νιώσει μια σχετική ανωτερότητα για τη δική του μύτη. Λόγω έλλειψης τουριστών, οι ντόπιοι θα προσπαθήσουν πολλές φορές να πιάσουν κουβέντα με τον εμφανώς μη ντόπιο, λόγω μύτης, ενδυμασίας και ενθουσιασμού για τα σοβιετικά κτίρια, ταξιδιώτη, χρησιμοποιώντας για ευκολία όχι τα αρμένικα, αλλά την προφανή διεθνή γλώσσα, τα ρωσικά. Ο ταξιδιώτης αρχικά θα παραξενευθεί, όταν όμως δει το αρμένικο αλφάβητο και προσπαθήσει να απομνημονεύσει το "ευχαριστώ", που στα αρμένικα έχει τη μορφή δεκαπεντασύλλαβης λέξης, θα καταλήξει πως τα ρώσικα είναι καλή επιλογή και θα ορκισθεί να μάθει πριν επισκεφθεί ξανά την Αρμενία. Οι ντόπιοι θα επιχειρήσουν να ταΐσουν, ποτίσουν, κοιμίσουν, γεμίσουν δώρα και κρατήσουν στην Αρμενία για πάντα το χαριτωμένο ταξιδιώτη, ο οποίος, με τη σειρά του, θα αναφωνήσει "τόσο καλή καρδιά, χαλάλι οι μύτες!".

Μπόνους: η γεμάτη ειλικρινή απορία ερώτηση "και τι κάνετε στην Αρμενία;!".




φιλικός τουρίστας με ντόπιους, οι οποίοι του ζήτησαν να φωτογραφηθούν μαζί


φιλικός τουρίστας με μέρος από το αρμένικο αλφάβητο, από το οποίο ζήτησε να φωτογραφηθούν μαζί

8. Το φαγητό.
ΟΜΦΓ.

Μπόνους: 6 αχρησιμοποίητα κουτιά immodium.

Λοιπές πιξ:

καμπαρέ σοβιετικού τύπου


ο ελληνικός πολιτισμός στην Αρμενία


το μέταλ μας στην Αρμενία



σοκολάτα για θρασάδες
ένα, δυό, τρία, πολλά τεστ.