Friday, 20 August 2010

ανταρσία

(παρτ ουάν: http://yponomos.blogspot.com/2010/04/blog-post.html)

Κοιτάχτε, εγώ βασικώς μυγάκι είμαι κι όποιος έχει πρόβλημα να φύγει τώρα, αρκετοί βλαμμένοι μας τυχαίνουν τελευταίως. Κι αν τα γράφω αυτά είναι γιατί δε γίνεται ο καθένας να γράφει ό,τι θέλει ή, τέλος πάντων, ας γράφει, μα θα πω κι εγώ.

Διότι κάθεσαι, κύριος, στην άκρη μιας μπανιέρας (μάλιστα, μπανιέρας, τι είμαι, κάνας αμόρφωτος να βλέπει μπανιέρες και να μην ξέρει τι είναι; έχω δει εγώ μπανιέρες που θα ντρεπόσουν ν' ακουμπήσεις), μπανιέρας, που λες, και σου 'ρχεται ο άλλος κι αρχίζει και σε κοιτάει περίεργα, σου ρίχνει εκεί και κάτι μισοάγρια μισόλογα, Τι κοιτάς και τέτοια, Σόρι κύριος, πού θέλετε να κοιτάω, τα πλακάκια απ' την άλλη δεν είναι και καμιά τζοκόντα να στηνόμαστε στη σειρά να τα τραβάμε φώτος. Κι ύστερα εδώ είναι και δικό μας σπίτι, δε φτάνει που γυρνάει αυτός κάθε πρωί παραπατώντας και βουτάει όπως είναι στο μπάνιο και βρωμίζει ο τόπος κι έχεις δει εσύ μυγάκι να μπορεί να κρατήσει την αναπνοή του;, εκεί καθόμαστε και ξεφυσάμε μέχρι να μας κάνει τη χάρη να τελειώσει τα μπανιαρίσματα και στα τσακίδια.

Κι όταν τα κάνει στα γρήγορα σαν καλό παιδί κάτι γίνεται, μα για τα κέφια έχουμε ολόκληρο ρεπερτόριο με διασκεδάσεις, μια να κλαίει, μια να σφίγγει με τα δάχτυλα το λαιμό λες και δεν μπορεί να πάρει ανάσα, εκεί είναι ο αέρας ρε άχρηστε, δεν πήγε πουθενά, την όρεξή σου είχε, μια να κόβει τις φλέβες του, κι αν είχαν όλοι τόσο ταλέντο στο θάνατο η φάρα του τώρα θα πλησίαζε τα πέντε τρις. Και δώστου να κοιτά τις δυο σταγόνες αίμα που στο νερό φαίνονται ίσα με πέντε και να γουρλώνει τα μάτια και να κλαίει κι εμείς που στην αρχή μια κατανόηση την είχαμε την έχουμε χάσει εδώ και καιρό.

Κι έρχεται τις προάλλες, σταθερά ασταθής, ρίχνει κάτι άγριες ματιές στο παρεάκι κι αράζει στην μπανιέρα και σκέφτομαι κι εγώ Τουλάχιστον ας ρίξουμε καμιά βουτιά κι αρχίζω κάτι ακροβατικά, τι να σας λέω, έπρεπε να είστε εκεί να βλέπατε, αλλά ποιος ξέρει με τι μαλακίες ασχολιόσασταν κι εσείς, εγώ πάντως τέρμα βουτιές και πάνω κάτω και στροφές στον αέρα κι εκεί που είμαι τύπου φιλήστε μου τ' αρχίδια, άι αμ δε κινγκ οφ δε γουόρλντ, πατάει κάτι φωνές το ρετάλι, Μην το κάνεις, Σκέψου το, Η ζωή έτσι, Η ζωή αλλιώς, Πέτα, πέτα ελεύθερο! κι άντε να του εξηγήσεις του προβληματικού ότι εσύ μια χαρά πετούσες, μάγκας, κι ούτε που το κατάλαβες πώς βρέθηκες στη φιλοσοφική βραδιάτικο.

Κι αφού τελειώνει τα περίεργα πιάνω γω πάλι τη διασκέδαση και μόλις με βλέπει μου ρίχνει μια με το χέρι και λέω Τι θες ρε να τις βγάλουμε να τις μετρήσουμε κι όλο να βουτάω γω και να με σπρώχνει ο γελοίος και τελικά γεμίζει την μπανιέρα και λέει "άντε γεια!" και ρίχνει μακροβούτι τίμιο, χρόνο δεν κράτησα, μα μισό λεπτό θα ήταν το λιγότερο κι ύστερα βγαίνει, σκουπίζεται, παρφουμαρίζεται κι αρχίζει να γράφει, θα ρθω να σου χέσω το χαρτί πατόκορφα μόλις ξεραθείς, μαλάκα, ε μαλάκα.