Monday, 13 December 2010

Fall off a shelf, succeed and fall again.

Το χώμα γίνεται πηλός, ο πηλός ψήνεται, ο ψημένος πηλός μπαίνει στο ράφι, ο ψημένος πηλός πέφτει απ' το ράφι, ο ψημένος πηλός γίνεται χώμα, πάλι απ' την αρχή.

Saturday, 6 November 2010

ü



όταν μεγαλώσω θα συνεχίσω να θέλω να γίνω μπλίξα.

Tuesday, 14 September 2010

zzzzzzzzzzzzzzz

Πάει καιρός από την τελευταία φορά που ήμουν σίγουρος πως ήμουν ξύπνιος.
Κι όταν ξυπνάω το πρωί ποτέ δεν είμαι σίγουρος αν κοιμάμαι ακόμα.

Μα φοβάμαι πως αν ξυπνήσω
δε θα υπάρχουν πια αστέρια το βράδυ
και δε θα βρέχει ποτέ
και τα πεζοδρόμια θα είναι πράσινα
και τα κέικ θα μυρίζουν χώμα
και το χώμα δε θα μυρίζει πια
κι οι γάτες θα ζουν στους υπονόμους και θα τρώνε μπαμπάκι
κι ο απέναντι θα σβήσει το γαλάζιο πορτατίφ
(πορτατίφ!)
και τα ροδάκινα θα σαπίζουν πιο εύκολα
και το όσλο θα βρίσκεται στο πακιστάν
κι όλοι όσοι αγαπώ θα έχουν πλοκάμια
και θα ψάχνουν όλη μέρα καραμέλες στο χρυσό οδηγό
κι οι λεύκες θα στάζουν σιρόπι
κι όταν βγαίνω στο δρόμο το πρωί
τα ποντίκια δε θα με ακολουθούν τραγουδώντας

κι έτσι λέω να μείνω εδώ.

Sunday, 29 August 2010

είναι όλα αλήθεια

Συμβαίνει συχνά, εκεί που κάνω τη βόλτα μου, να ξεστρατίζει άξαφνα απ' το απέναντι πεζοδρόμιο μια ξεθωριασμένη κυρία ή ένας μαραμένος κύριος, να διασχίζει την άσφαλτο και, διστακτικά, να στέκεται μπροστά μου ισορροπώντας στο ένα πόδι και με τα χέρια αγκαλιασμένα και να με ρωτά: "συγγνώμη, κύριε, ξέρετε πού είναι η οδός έτσι; η πλατεία αλλιώς; η λεωφόρος κάπως;". Κι εγώ τότε κοιτάω στοργικά τον κύριο ή την κυρία από πάνω μέχρι κάτω, χαμογελάω δείχνοντας ότι καταλαβαίνω και λέω με σταθερή φωνή: "με συγχωρείτε, δεν έχω ιδέα, βλέπετε δεν είμαι από ΄δω".

Tuesday, 24 August 2010

Friday, 20 August 2010

ανταρσία

(παρτ ουάν: http://yponomos.blogspot.com/2010/04/blog-post.html)

Κοιτάχτε, εγώ βασικώς μυγάκι είμαι κι όποιος έχει πρόβλημα να φύγει τώρα, αρκετοί βλαμμένοι μας τυχαίνουν τελευταίως. Κι αν τα γράφω αυτά είναι γιατί δε γίνεται ο καθένας να γράφει ό,τι θέλει ή, τέλος πάντων, ας γράφει, μα θα πω κι εγώ.

Διότι κάθεσαι, κύριος, στην άκρη μιας μπανιέρας (μάλιστα, μπανιέρας, τι είμαι, κάνας αμόρφωτος να βλέπει μπανιέρες και να μην ξέρει τι είναι; έχω δει εγώ μπανιέρες που θα ντρεπόσουν ν' ακουμπήσεις), μπανιέρας, που λες, και σου 'ρχεται ο άλλος κι αρχίζει και σε κοιτάει περίεργα, σου ρίχνει εκεί και κάτι μισοάγρια μισόλογα, Τι κοιτάς και τέτοια, Σόρι κύριος, πού θέλετε να κοιτάω, τα πλακάκια απ' την άλλη δεν είναι και καμιά τζοκόντα να στηνόμαστε στη σειρά να τα τραβάμε φώτος. Κι ύστερα εδώ είναι και δικό μας σπίτι, δε φτάνει που γυρνάει αυτός κάθε πρωί παραπατώντας και βουτάει όπως είναι στο μπάνιο και βρωμίζει ο τόπος κι έχεις δει εσύ μυγάκι να μπορεί να κρατήσει την αναπνοή του;, εκεί καθόμαστε και ξεφυσάμε μέχρι να μας κάνει τη χάρη να τελειώσει τα μπανιαρίσματα και στα τσακίδια.

Κι όταν τα κάνει στα γρήγορα σαν καλό παιδί κάτι γίνεται, μα για τα κέφια έχουμε ολόκληρο ρεπερτόριο με διασκεδάσεις, μια να κλαίει, μια να σφίγγει με τα δάχτυλα το λαιμό λες και δεν μπορεί να πάρει ανάσα, εκεί είναι ο αέρας ρε άχρηστε, δεν πήγε πουθενά, την όρεξή σου είχε, μια να κόβει τις φλέβες του, κι αν είχαν όλοι τόσο ταλέντο στο θάνατο η φάρα του τώρα θα πλησίαζε τα πέντε τρις. Και δώστου να κοιτά τις δυο σταγόνες αίμα που στο νερό φαίνονται ίσα με πέντε και να γουρλώνει τα μάτια και να κλαίει κι εμείς που στην αρχή μια κατανόηση την είχαμε την έχουμε χάσει εδώ και καιρό.

Κι έρχεται τις προάλλες, σταθερά ασταθής, ρίχνει κάτι άγριες ματιές στο παρεάκι κι αράζει στην μπανιέρα και σκέφτομαι κι εγώ Τουλάχιστον ας ρίξουμε καμιά βουτιά κι αρχίζω κάτι ακροβατικά, τι να σας λέω, έπρεπε να είστε εκεί να βλέπατε, αλλά ποιος ξέρει με τι μαλακίες ασχολιόσασταν κι εσείς, εγώ πάντως τέρμα βουτιές και πάνω κάτω και στροφές στον αέρα κι εκεί που είμαι τύπου φιλήστε μου τ' αρχίδια, άι αμ δε κινγκ οφ δε γουόρλντ, πατάει κάτι φωνές το ρετάλι, Μην το κάνεις, Σκέψου το, Η ζωή έτσι, Η ζωή αλλιώς, Πέτα, πέτα ελεύθερο! κι άντε να του εξηγήσεις του προβληματικού ότι εσύ μια χαρά πετούσες, μάγκας, κι ούτε που το κατάλαβες πώς βρέθηκες στη φιλοσοφική βραδιάτικο.

Κι αφού τελειώνει τα περίεργα πιάνω γω πάλι τη διασκέδαση και μόλις με βλέπει μου ρίχνει μια με το χέρι και λέω Τι θες ρε να τις βγάλουμε να τις μετρήσουμε κι όλο να βουτάω γω και να με σπρώχνει ο γελοίος και τελικά γεμίζει την μπανιέρα και λέει "άντε γεια!" και ρίχνει μακροβούτι τίμιο, χρόνο δεν κράτησα, μα μισό λεπτό θα ήταν το λιγότερο κι ύστερα βγαίνει, σκουπίζεται, παρφουμαρίζεται κι αρχίζει να γράφει, θα ρθω να σου χέσω το χαρτί πατόκορφα μόλις ξεραθείς, μαλάκα, ε μαλάκα.

Tuesday, 20 April 2010

ντουσάκι

Ήταν περίεργες μέρες εκείνες. Κάθε ξημέρωμα γύριζα σπίτι μεθυσμένος, πλενόμουν, έπεφτα μ' ένα γδούπο στο κρεβάτι και μόλις ξύπναγα ντυνόμουν όσο πιο γρήγορα μπορούσα κι έφευγα πάλι. Το σπίτι μ' έπνιγε. Στην πραγματικότητα δεν ήταν το σπίτι, ήταν εκείνος ο κόμπος στο λαιμό, ο κόμπος που μ' έπνιγε ακόμα και στον ύπνο μου. Μόνο που όταν έμπαινα στο σπίτι ο κόμπος μεγάλωνε, γέμιζε το λαιμό μου, δε μ' άφηνε ν' αναπνεύσω, τον ένιωθα να μου πιέζει τις φλέβες, να τις σφίγγει ανάμεσα στα δάχτυλά του και στην άλλη άκρη η καρδιά μου να τις τραβάει διψασμένη κι αυτές να τρίζουν.

Κάθε φορά που γύριζα σπίτι έμπαινα στην μπανιέρα παραπατώντας, καθόμουν οκλαδόν κι έχωνα τη μούρη μου κάτω απ' το νερό. Καμιά φορά καθόμουν ώρα κοιτάζοντας τον τοίχο ή άλλες φορές μ' έπαιρνε ο ύπνος κι έβλεπα κάτι όνειρα βαρετά. Και λίγες φορές έκλαιγα, αλλά νομίζω πως το έκανα μόνο για να δω πώς χάνονται τα δάκρυα μέσα στο νερό. Κι αν το έκανα για κάτι άλλο, δε θυμάμαι. Και μια φορά, μόνο μια φορά, θυμάμαι πως έτρεχε ένα ρυάκι αίμα, μικρό, όχι τίποτα σπουδαίο, και στροβιλιζόταν πριν βουτήξει στην αποχέτευση.

Μα μια Δευτέρα, ας πούμε πως ήταν Δευτέρα, ας πούμε και πως απ' την Πέμπτη έπινα, μια Δευτέρα, εκεί που χάιδευα τη γραμμή ανάμεσα στα πλακάκια με το δάχτυλο, παρατήρησα στην άκρη της μπανιέρας μια σειρά από μυγάκια που με κοίταζαν. Και δε θα μου έκανε εντύπωση, μόνο που με κοιτούσαν αυθάδικα, στύλωναν το βλέμμα πάνω μου, έβλεπαν πως ένιωθα αμήχανα, μα δε σταματούσαν. Μουρμούρισα "εσείς να κοιτάτε τη δουλειά σας" κι έστρεψα το βλέμμα αλλού, έπιασα το ντους κι είπα να τελειώνω γρήγορα και να τρέξω προσεκτικά μέχρι το κρεβάτι μου, μα με την άκρη του ματιού μου είδα ένα απ' τα μυγάκια, το πιο μικρό και το πιο μαύρο, ν' απογειώνεται και να βουτάει στα νερά. Τρόμαξα, τότε, και φώναξα "μη!" κι απότομα σκέφτηκα το μυγάκι που είχε ψυχή και που δεν ήξερε από κίνδυνο, που κανείς δεν του μίλησε για τον κίνδυνο, κανείς δεν του είπε πως όλοι μόνο μια ευκαιρία έχουμε εδώ και γι' αυτό δε βουτάμε σα χαζοί όπου μας έρθει.

Κι έπιασα να του μιλάω, να του μάθω όσα δεν ξέρει, και του μίλησα για τον κόσμο, του μίλησα για τον πόνο και για τον δικό μου πόνο, του είπα πως είναι τυχερό γιατί τα πράγματα γι' αυτό είναι απλά, δεν έχει παρά να πετάει δεξιά κι αριστερά και να απολαμβάνει τη ζωή. Βέβαια, του είπα, αυτά δυστυχώς για εμάς τους ανθρώπους δεν ισχύουν, εμείς έχουμε τα δικά μας και μάλιστα εγώ συγκεκριμένα έχω ακόμα περισσότερα, τόσα που δεν μπορεί να φανταστεί κι έτσι ας απολαύσει αυτό τη ζωή κι εμείς βλέπουμε.

Και το είδα που με κοίταζε μ' ένα ύφος περίεργο κι όταν σταμάτησα να μιλάω βούτηξε πάλι, εγώ το έσπρωξα με το χέρι, μα αυτό επέμενε και τότε κατάλαβα πως δεν ήταν άγνοια αυτό, ήταν απελπισία, είχε κι αυτό τόσα που δεν μπορούσα να φανταστώ κι αν ένα μυγάκι, ένα μυγάκι που δε χρειάζεται πολλά, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένο, τότε τι ελπίδες έχω εγώ; κι έτσι γέμισα την μπανιέρα μέχρι πάνω και βούτηξα κι εγώ, γεια σας.