Ήταν περίεργες μέρες εκείνες. Κάθε ξημέρωμα γύριζα σπίτι μεθυσμένος, πλενόμουν, έπεφτα μ' ένα γδούπο στο κρεβάτι και μόλις ξύπναγα ντυνόμουν όσο πιο γρήγορα μπορούσα κι έφευγα πάλι. Το σπίτι μ' έπνιγε. Στην πραγματικότητα δεν ήταν το σπίτι, ήταν εκείνος ο κόμπος στο λαιμό, ο κόμπος που μ' έπνιγε ακόμα και στον ύπνο μου. Μόνο που όταν έμπαινα στο σπίτι ο κόμπος μεγάλωνε, γέμιζε το λαιμό μου, δε μ' άφηνε ν' αναπνεύσω, τον ένιωθα να μου πιέζει τις φλέβες, να τις σφίγγει ανάμεσα στα δάχτυλά του και στην άλλη άκρη η καρδιά μου να τις τραβάει διψασμένη κι αυτές να τρίζουν.
Κάθε φορά που γύριζα σπίτι έμπαινα στην μπανιέρα παραπατώντας, καθόμουν οκλαδόν κι έχωνα τη μούρη μου κάτω απ' το νερό. Καμιά φορά καθόμουν ώρα κοιτάζοντας τον τοίχο ή άλλες φορές μ' έπαιρνε ο ύπνος κι έβλεπα κάτι όνειρα βαρετά. Και λίγες φορές έκλαιγα, αλλά νομίζω πως το έκανα μόνο για να δω πώς χάνονται τα δάκρυα μέσα στο νερό. Κι αν το έκανα για κάτι άλλο, δε θυμάμαι. Και μια φορά, μόνο μια φορά, θυμάμαι πως έτρεχε ένα ρυάκι αίμα, μικρό, όχι τίποτα σπουδαίο, και στροβιλιζόταν πριν βουτήξει στην αποχέτευση.
Μα μια Δευτέρα, ας πούμε πως ήταν Δευτέρα, ας πούμε και πως απ' την Πέμπτη έπινα, μια Δευτέρα, εκεί που χάιδευα τη γραμμή ανάμεσα στα πλακάκια με το δάχτυλο, παρατήρησα στην άκρη της μπανιέρας μια σειρά από μυγάκια που με κοίταζαν. Και δε θα μου έκανε εντύπωση, μόνο που με κοιτούσαν αυθάδικα, στύλωναν το βλέμμα πάνω μου, έβλεπαν πως ένιωθα αμήχανα, μα δε σταματούσαν. Μουρμούρισα "εσείς να κοιτάτε τη δουλειά σας" κι έστρεψα το βλέμμα αλλού, έπιασα το ντους κι είπα να τελειώνω γρήγορα και να τρέξω προσεκτικά μέχρι το κρεβάτι μου, μα με την άκρη του ματιού μου είδα ένα απ' τα μυγάκια, το πιο μικρό και το πιο μαύρο, ν' απογειώνεται και να βουτάει στα νερά. Τρόμαξα, τότε, και φώναξα "μη!" κι απότομα σκέφτηκα το μυγάκι που είχε ψυχή και που δεν ήξερε από κίνδυνο, που κανείς δεν του μίλησε για τον κίνδυνο, κανείς δεν του είπε πως όλοι μόνο μια ευκαιρία έχουμε εδώ και γι' αυτό δε βουτάμε σα χαζοί όπου μας έρθει.
Κι έπιασα να του μιλάω, να του μάθω όσα δεν ξέρει, και του μίλησα για τον κόσμο, του μίλησα για τον πόνο και για τον δικό μου πόνο, του είπα πως είναι τυχερό γιατί τα πράγματα γι' αυτό είναι απλά, δεν έχει παρά να πετάει δεξιά κι αριστερά και να απολαμβάνει τη ζωή. Βέβαια, του είπα, αυτά δυστυχώς για εμάς τους ανθρώπους δεν ισχύουν, εμείς έχουμε τα δικά μας και μάλιστα εγώ συγκεκριμένα έχω ακόμα περισσότερα, τόσα που δεν μπορεί να φανταστεί κι έτσι ας απολαύσει αυτό τη ζωή κι εμείς βλέπουμε.
Και το είδα που με κοίταζε μ' ένα ύφος περίεργο κι όταν σταμάτησα να μιλάω βούτηξε πάλι, εγώ το έσπρωξα με το χέρι, μα αυτό επέμενε και τότε κατάλαβα πως δεν ήταν άγνοια αυτό, ήταν απελπισία, είχε κι αυτό τόσα που δεν μπορούσα να φανταστώ κι αν ένα μυγάκι, ένα μυγάκι που δε χρειάζεται πολλά, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένο, τότε τι ελπίδες έχω εγώ; κι έτσι γέμισα την μπανιέρα μέχρι πάνω και βούτηξα κι εγώ, γεια σας.