Thursday, 18 March 2010

εκδρομούλα

Αίμα.

Ένα παγκάκι. Ένα παγκάκι σ' ένα σταθμό. Ένα παγκάκι σ' ένα σταθμό στη Λίμα. Ένα παγκάκι σ' ένα σταθμό στη Λίμα και τυλίγω τα χέρια γύρω απ' τα πόδια μου γιατί κρυώνω. Εκείνος στη γωνία μου θυμίζει Εκείνον. Κι εκείνος ο κοντός στη μέση μου θυμίζει Εκείνον. Η μαυριδερή ταμίας δε μου θυμίζει Εκείνον, δε μου θυμίζει κανέναν, αλλά τι να το κάνεις τώρα που τον έχω ήδη θυμηθεί; Πάνε 25 χρόνια και τον θυμάμαι ακόμα κάθε μέρα. Τον θυμάμαι κάθε μέρα κι ακόμα δεν ξέρω τι πήγε στραβά. Ή πάνε έξι μήνες; Πάνε έξι μήνες κι ακόμα τον θυμάμαι κάθε μέρα.

Αγριοκοιτάζω εκείνον που μου θυμίζει Εκείνον, αγριοκοιτάζω τον κοντό που μου θυμίζει Εκείνον (εκείνον Εκείνον ή άλλον Εκείνον;), αγριοκοιτάζω την ταμία που δε μου θυμίζει τίποτα κι αυτή έρχεται κοντά μου και μου αρπάζει το χέρι και μου λέει "κι εμάς μας λείπει, σε όλους μας λείπει" κι εγώ τραβώ ξαφνιασμένος το χέρι μου και την κοιτάζω κι αυτή μου δείχνει τρέμοντας το χαλασμένο μηχάνημα με σοκολάτες στη γωνία και βουρκώνει. 25 σοκολάτες. Πάνε 25 σοκολάτες κι ακόμα το θυμάται κάθε μέρα.

Σκουπίζω το χέρι μου στο παντελόνι. Κοκκινο. Εκείνος που μου θυμίζει Εκείνον έρχεται κοντά κι αρπάζει το χέρι μου και το βάζει στο στόμα και δε μου λέει τίποτα, μόνο μου λέει με τα μάτια "μην πάει χαμένο".

Τα κουνούπια στη Λα Πας έχουν το μέγεθος κουταβιού. Έχει να κάνει με το υψόμετρο, λέει. Οι τοίχοι έχουν γεμίσει τεράστια κόκκινα λουλούδια. Κι εκείνη τη φορά, την τελευταία φορά, εκείνος μου φώναζε να τον βοηθήσω γιατί δε μιλά Ισπανικά και το κουνούπι φώναζε στα Ισπανικά, γάβγιζε, το κουνούπι γάβγιζε στα Ισπανικά κι όταν έκλεισα την πόρτα τα χέρια μου είχαν γεμίσει κόκκινα λουλούδια κι όλα ησύχασαν.

Στη Λα Πας δεν έχει κουνούπια. Έχει να κάνει με το υψόμετρο, λέει.

Μετράω τις χαρακιές στον καρπό μου: 25. Τραβάω μια ακόμα. Μα έχω ξεχάσει τι σημαίνουν. 26 χρόνια; 26 μέρες; Πάνε 26 λεπτά κι ακόμα τον θυμάμαι κάθε μέρα.